σελίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σελίδα οι σελίδες
      γενική της σελίδας των σελίδων
    αιτιατική τη σελίδα τις σελίδες
     κλητική σελίδα σελίδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σελίδα< αρχαία ελληνική σελίς

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /sɛ.ˈli.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυπωμένη σελίδα βιβλίου

σελίδα θηλυκό

  1. καθεμία από τις δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, πάνω στο οποίο έχει γραφτεί ή τυπωθεί κάτι
  2. απομίμηση μιας αληθινής σελίδας στην οθόνη του υπολογιστή
  3. (διαδίκτυο) αρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογιστή και περιέχει σταθερές ή κινούμενες εικόνες, κείμενο, ήχο, γραφικά κ.λπ.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • αλλάζω / γυρίζω σελίδα: αλλάζω συμπεριφορά και διάθεση
  • ανοίγω νέα σελίδα: αρχίζω κάτι νέο
  • αντικρυστές σελίδες: δύο σελίδες, η μία απέναντι στην άλλη
  • μελανή / μαύρη σελίδα: δυσάρεστο γεγονός ή χρονική περίοδος
  • χρυσή σελίδα: ευχάριστο γεγονός ή ένδοξη χρονική περίοδος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]