σελιδοδείκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σελιδοδείκτης < σελίδα + δείκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σελιδοδείκτης και σελιδοδείχτης αρσενικό

  1. αντικείμενο που επιτρέπει στον αναγνώστη ενός βιβλίου να ξαναβρεί εύκολα τη σελίδα που διάβαζε
  2. (πληροφορική) (διαδίκτυο) ορόσημο που επιτρέπει την εύκολη επιστροφή σε μια ιστοσελίδα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]