side

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
side sides

side (en)

  1. (μετρήσιμο) η πλευρά, η άκρη, μια θέση ή μια περιοχή αριστερά ή δεξιά από κάτι
    He went to the other side of the street/of the room.
    Πήγε στην άλλη πλευρά/άκρη του δρόμου/του δωματίου.
  2. η μεριά, το μέρος
    He tried to get us on his side./He tried to get us to take his side.
    Προσπάθησε να μας πάρει με το μέρος του.
  3. το πλάι

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

side (en)

  • → δείτε το phrasal verb side with

Πηγές[επεξεργασία]



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

side (da)



Δυτικά φριζικά (fy)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

side (fy)

  1. η σελίδα
  2. το μετάξι