Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

sideline < side + line


ΔΦΑ : /ˈsaɪdlaɪn/


sideline (en)

  1. (συνήθως στον πληθυντικό) η άκρη, τα όρια ενός γηπέδου
    The coach stood on the sidelines and bellowed commands at the team.
    λείπει η μετάφραση
  2. η εξωτερική πλευρά ή περίμετρος μιας δραστηριότητας
    She installed the whole fixture while he simply watched from the sidelines.
    λείπει η μετάφραση
  3. κάτι το πρόσθετο ή έξτρα ή κάτι που τοποθετείται κοντά στα όρια ενός κύριου στοιχείου
    She started the business as a sideline to her regular work and it ended up becoming the greater source of income.
    λείπει η μετάφραση
    Soup need not be just a sideline to a meal; if you like, it can be the main course.
    λείπει η μετάφραση


sideline (en)

  1. βάζω στην άκρη; κρατάω κάποιον στον πάγκο, εκτός παιχνιδιού
    The coach sidelined the player until he regained his strength.
    λείπει η μετάφραση
  2. απομακρύνω ή κρατώ εκτός κυκλοφορίας
    The illness sidelined him for weeks. - λείπει η μετάφραση