αποκλείω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκλείω < αρχαία ελληνική ἀποκλείω < ἀπό + κλείω

Ρήμα[επεξεργασία]

αποκλείω (παθητική φωνή: αποκλείομαι)

  1. εμποδίζω την είσοδο σε κάποιο μέρος ή την έξοδο απ’ αυτό
  2. εμποδίζω κάποιον να λάβει μέρος σε κάτι
  3. εμποδίζω, απαγορεύω
  4. (τριτοπρόσωπο) αποκλείεται

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]