αποκλείω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκλείω < αρχαία ελληνική ἀποκλείω < ἀπό + κλείω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκλείω (παθητική φωνή: αποκλείομαι)

  1. εμποδίζω την είσοδο σε κάποιο μέρος ή την έξοδο απ’ αυτό
  2. εμποδίζω κάποιον να λάβει μέρος σε κάτι
  3. εμποδίζω, απαγορεύω
  4. (τριτοπρόσωπο) αποκλείεται

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]