είσοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική είσοδος είσοδοι
γενική εισόδου εισόδων
αιτιατική είσοδο εισόδους
κλητική (είσοδo) είσοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

είσοδος < εἰς + οδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

είσοδος θηλυκό

  1. το σημείο από όπου μπαίνουμε μέσα σε ένα χώρο
    η είσοδος του κτηρίου ήταν κλειστή
  2. η ενέργεια του ρήματος μπαίνω / εισέρχομαι
    ο ηθοποιός έκανε μια θεαματική είσοδο στη σκηνή
  3. (πληροφορική) οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας χρήστης για να εισάγει δεδομένα σε ένα σύστημα
    το πληκτρολόγιο και ο σαρωτής είναι συσκευές εισόδου ενώ η οθόνη και ο εκτυπωτής είναι συσκευές εξόδου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]