admission

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

admission (en)

  1. η παραδοχή (πχ μιας παράνομης πράξης)
  2. η είσοδος, η άδεια εισόδου
    • η εισαγωγή σε τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα
    • η εισαγωγή για νοσηλεία σε νοσοκομείο
    • η εισδοχή σε έναν επαγγελματικό χώρο
      admission to the bar