Μετάβαση στο περιεχόμενο

εισέρχομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εισέρχομαι < αρχαία ελληνική εἰσέρχομαι

εισέρχομαι (αποθετικό ρήμα)

  1. προχωρώ από το εξωτερικό προς το εσωτερικό ενός χώρου
      Είχε προηγηθεί στην Αθήνα η υπογραφή δυο εξίσου σημαντικών για την πορεία των διμερών σχέσεων Συμφωνιών, η μια για την εποχική απασχόληση εργατικού δυναμικού από τη Βουλγαρία και η άλλη για την επανεισδοχή στη Βουλγαρία προσώπων που εισήλθαν και παραμένουν παρανόμως στην Ελλάδα. (Βαλκανικά σύμμεικτα, τόμος 8, 1996, σελ. 270, 1996)
  2. προχωρώ σε μια νέα φάση μιας διαδικασίας
    παράδειγμα  οι διαπραγματεύσεις εισέρχονται στην τελική τους φάση

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]