εξωτερικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξωτερικό εξωτερικά
γενική εξωτερικού εξωτερικών
αιτιατική εξωτερικό εξωτερικά
κλητική εξωτερικό εξωτερικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωτερικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξωτερικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξωτερικό ουδέτερο

  1. η εξωτερική όψη
  2. τα ξένα κράτη (ως σύνολο) ή κάποια ξένη χώρα που δεν κατονομάζεται
    έχω κάνει πολλά ταξίδια στο εξωτερικό
    • χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό με ειρωνική απόχρωση
      άσε τωρα τα ταξίδια στα εξωτερικά και κοίτα να στρωθείς στη δουλειά σου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

εξωτερικό