εξωτερικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εξωτερικός εξωτερική εξωτερικό
γενική εξωτερικού εξωτερικής εξωτερικού
αιτιατική εξωτερικό εξωτερική εξωτερικό
κλητική εξωτερικέ εξωτερική εξωτερικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξωτερικοί εξωτερικές εξωτερικά
γενική εξωτερικών εξωτερικών εξωτερικών
αιτιατική εξωτερικούς εξωτερικές εξωτερικά
κλητική εξωτερικοί εξωτερικές εξωτερικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξωτερικός < αρχαία ελληνική ἐξωτερικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɔ.tɛ.ɾi.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εξωτερικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με το μέρος μιας επιφάνειας που είναι στραμμένο προς τα έξω
    οι εξωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είναι βαμμένοι με γαλάζιο χρώμα
  2. που βρίσκεται έξω από ένα συγκεκριμένο χώρο ή όριο ή οργανωμένο σύνολο
    το σπίτι αυτό έχει μια μικρή εσωτερική αυλή και μια μεγαλύτερη εξωτερική
    δουλεύει για την εταιρεία Χ ως εξωτερικός συνεργάτης
    • υπαίθριος
      το πλεονέκτημα αυτού του σπιτιού είναι οι μεγάλοι εξωτερικοί χώροι
    • που σχετίζεται με άλλες χώρες
      η εξωτερική πολιτική του κράτους

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  1. εξωτερικός ασθενής
  2. εξωτερική γωνία: (μαθηματικά) η γωνία τριγώνου που σχηματίζεται από μία πλευρά του και την προέκταση μίας άλλης και είναι συνεπώς παραπληρωματική ως προς την αντίστοιχη εσωτερική γωνία

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]