γωνία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: γωνιά

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γωνία γωνίες
γενική γωνίας γωνιών
αιτιατική γωνία γωνίες
κλητική γωνία γωνίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γωνία < αρχαία ελληνική γωνία (η γωνία, η γωνιά, η κώχη και το γωνιόμετρο, το όργανο του ξυλουργού)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɔ.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γωνία θηλυκό

  1. (γεωμετρία) ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
    οξεία, ορθή, αμβλεία γωνία
  2. το μέρος όπου συναντιώνται δυο δρόμοι
    υπάρχει ένα φανάρι στη γωνία του δρόμου
    συνώνυμα: γωνιά
  3. το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
    βάλε το κιβώτιο στη γωνία του δωματίου
    συνώνυμα: γωνιά
  4. το ακριανό μέρος ενός ψωμιού
    όλο θες να τρως τη γωνία, άφησέ την και στους άλλους!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: