γωνιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γωνία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γωνιά γωνιές
γενική γωνιάς γωνιών
αιτιατική γωνιά γωνιές
κλητική γωνιά γωνιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γωνιά < μεσαιωνική ελληνική γωνιά < αρχαία ελληνική γωνία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γωνιά θηλυκό

  1. το ακριανό μέρος ενός χώρου, ο χώρος που σχηματίζεται ανάμεσα σε γειτονικές πλευρές ή επιφάνειες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γωνία
  2. η συμβολή δύο δρόμων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γωνία
  3. τόπος μακρινός ή σχετικά απομονωμένος
  4. (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) τζάκι
  5. (Κεφαλονιά) η εστία της κουζίνας

(Κεφαλονίτικο ιδίωμα)