τζάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζάκι τζάκια
γενική τζακιού τζακιών
αιτιατική τζάκι τζάκια
κλητική τζάκι τζάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζάκι < τουρκική ocak < παλαιοτουρκικά ōçak

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζάκι ουδέτερο

  1. ειδική κατασκευή μέσα σε οικήματα, στην οποία καίμε ξύλα, προκειμένου να ζεστάνουμε τον χώρο
  2. (μεταφορικά) αρχοντική οικογένεια / ευγενική καταγωγή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]