corner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corner (en)

  1. η γωνία
  2. (αθλητισμός) το κόρνερ

Ρήμα[επεξεργασία]

corner (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔʁ.ne/

Ρήμα[επεξεργασία]

corner (fr) (αμετάβατο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔʁ.nɛʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

corner (fr) αρσενικό