Μετάβαση στο περιεχόμενο

coin

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coin coins

coin (en)

  • το νόμισμα, το κέρμα
    παράδειγμα  gold coins - χρυσά νομίσματα
    παράδειγμα  Do you have a coin for the parking meter?
    Έχεις κέρμα για το παρκόμετρο;
ενεστώτας coin
γ΄ ενικό ενεστώτα coins
αόριστος coined
παθητική μετοχή coined
ενεργητική μετοχή coining

coin (en)

  1. κόβω νόμισμα
  2. εφευρίσκω, επινοώ



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coin coins

coin (fr)

  1. η γωνία, η γωνιά, το μέρος
  2. η σφήνα