νόμισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νόμισμα νομίσματα
γενική νομίσματος νομισμάτων
αιτιατική νόμισμα νομίσματα
κλητική νόμισμα νομίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόμισμα < αρχαία ελληνική νόμισμα < νομίζω < νόμος
ρωμαϊκό χρυσό νόμισμα με τις κεφαλές του Νέρωνα και της Αγριππίνας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νόμισμα ουδέτερο

  1. κομμάτι μετάλλου (συνήθως πολύτιμου) με συγκεκριμένες διαστάσεις, βάρος και έκτυπη παράσταση που χρησιμοποιούνταν κατά το παρελθόν ως μέσο συναλλαγής, έχοντας το ίδιο την ίδια πραγματική αξία με τα αγαθό για το οποίο δινόταν ως πληρωμή
    βρέθηκε θησαυρός αρχαίων νομισμάτων
  2. μονάδα της οικονομικής αξίας των εμπορευμάτων που θεσπίζεται από ένα κράτος και αποκτά υλική μορφή ως κέρμα ή χαρτονόμισμα
    το νόμισμα της Ελλάδας ήταν μέχρι τα τέλη του 2001 η δραχμή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πληρώνω (κάποιον) με το ίδιο νόμισμα: ανταποδίδω τα ίσα
    όταν αντιλήφθηκε ότι ο άντρας της την απατάει, αποφάσισε να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νόμισμα < νόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νόμισμα ουδέτερο

  1. θεσμός, έθιμο, το καθιερωμένο
  2. το νόμιμο, αναγνωρισμένο μέτρο ή μονάδα
  3. το χρήμα, ως κάτι που δεν έχει αξία αυτό καθαυτό, αλλά που την αποκτά από τους νόμους, από αυτά που η κοινωνία θεσπίζει, συνηθίζει, αναγνωρίζει, θεωρεί