pièce

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
pièce pièces

pièce (fr) θηλυκό

  1. το κομμάτι
    il a partagé sa fortune en cinq pièces - χώρισε την περιουσία του σε πέντε κομμάτια
  2. το δωμάτιο, ο χώρος (ενός διαμερίσματος)
    il habite un trois pièces en plein centre ville - κατοικεί σε ένα διαμέρισμα τριών δωματίων στο κέντρο της πόλης
  3. το κέρμα
    est-ce que tu as une pièce pour le caddie ? - μήπως έχεις κανένα κέρμα για το καρότσι;