κέρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέρμα τα κέρματα
      γενική του κέρματος των κερμάτων
    αιτιατική το κέρμα τα κέρματα
     κλητική κέρμα κέρματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέρμα < αρχαία ελληνική κέρμα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέρμα ουδέτερο

  1. μικρό κομμάτι
  2. μεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας)
  3. (κατ' επέκταση) μικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέρμα < κείρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέρμα ουδέτερο