κέρμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κέρμα | τα | κέρματα |
| γενική | του | κέρματος | των | κερμάτων |
| αιτιατική | το | κέρμα | τα | κέρματα |
| κλητική | κέρμα | κέρματα | ||
| Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κέρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέρμα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈceɾ.ma/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κέρ‐μα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κέρμα ουδέτερο
- μικρό κομμάτι
- (νόμισμα) μεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας)
- (κατ’ επέκταση) μικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | κέρμᾰ | τὰ | κέρμᾰτᾰ |
| γενική | τοῦ | κέρμᾰτος | τῶν | κερμᾰ́των |
| δοτική | τῷ | κέρμᾰτῐ | τοῖς | κέρμᾰσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸ | κέρμᾰ | τὰ | κέρμᾰτᾰ |
| κλητική ὦ! | κέρμᾰ | κέρμᾰτᾰ | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κέρμᾰτε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κερμᾰ́τοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κέρμα, -ματος ουδέτερο
- κομμάτι, τεμάχιο
- μικρό νόμισμα, οβολός
- (στον πληθυντικό, περιληπτικά) χρήματα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 1108
- ἀλλ᾽ ἐνοικήσουσιν ἔνδον, ἔν τε τοῖς βαλλαντίοις //ἐννεοττεύσουσι κἀκλέψουσι μικρὰ κέρματα.
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 1108
- (γενικά) μικρά εμπορεύματα
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κέρμα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κέρμα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κύμα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Νομίσματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'κτῆμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βλέμμα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -μα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοφάνη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)