Μετάβαση στο περιεχόμενο

κέρμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέρμα τα κέρματα
      γενική του κέρματος των κερμάτων
    αιτιατική το κέρμα τα κέρματα
     κλητική κέρμα κέρματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέρμα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈceɾ.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κέρμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέρμα ουδέτερο

  1. μικρό κομμάτι
  2. (νόμισμα) μεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας)
  3. (κατ’ επέκταση) μικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κέρμᾰ τὰ κέρμᾰτ
      γενική τοῦ κέρμᾰτος τῶν κερμᾰ́των
      δοτική τῷ κέρμᾰτ τοῖς κέρμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ κέρμᾰ τὰ κέρμᾰτ
     κλητική ! κέρμᾰ κέρμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κέρμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  κερμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κέρμα < κείρω, θέμα κερ- + -μα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κέρμα, -ματος ουδέτερο

  1. κομμάτι, τεμάχιο
  2. μικρό νόμισμα, οβολός
  3. (στον πληθυντικό, περιληπτικά) χρήματα
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες, στίχ. 1108
    ἀλλ᾽ ἐνοικήσουσιν ἔνδον, ἔν τε τοῖς βαλλαντίοις //ἐννεοττεύσουσι κἀκλέψουσι μικρὰ κέρματα.
  4. (γενικά) μικρά εμπορεύματα

Παράγωγα

[επεξεργασία]