νομισματοδέκτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νομισματοδέκτης < νόμισμα + δέκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νομισματοδέκτης αρσενικό

  1. ο κερματοδέκτης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]