Μετάβαση στο περιεχόμενο

moneta

Από Βικιλεξικό

Ιντερλίνγκουα (ia)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

moneta (ia)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
moneta < λατινική επίθετο της ρωμαϊκής θεάς Giunone

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
moneta monete

moneta (it)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

moneta (la)



Λιθουανικά (lt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

moneta (lt)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

moneta (pl) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]