πληρώνω με το ίδιο νόμισμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]πληρώνω (κάποιον) με το ίδιο νόμισμα
- ανταποδίδω κάποιου κακομεταχείριση που υπέστην εξαιτίας του
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πληρώνω (κάποιον) με το ίδιο νόμισμα