νομισματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική νομισματικός νομισματική νομισματικό
γενική νομισματικού νομισματικής νομισματικού
αιτιατική νομισματικό νομισματική νομισματικό
κλητική νομισματικέ νομισματική νομισματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νομισματικοί νομισματικές νομισματικά
γενική νομισματικών νομισματικών νομισματικών
αιτιατική νομισματικούς νομισματικές νομισματικά
κλητική νομισματικοί νομισματικές νομισματικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νομισματικός < νομισματ- (< νόμισμα) + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /nɔ.mi.zma.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /nɔ.mi.zma.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /nɔ.mi.zma.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

νομισματικός, -ή, -ό

  • που σχετίζεται με το νόμισμα είτε ως μέσο συναλλαγών είτε ως αντικείμενο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]