μέταλλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέταλλο τα μέταλλα
      γενική του μετάλλου των μετάλλων
    αιτιατική το μέταλλο τα μέταλλα
     κλητική μέταλλο μέταλλα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέταλλο < αρχαία ελληνική μέταλλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέταλλο ουδέτερο

  1. χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι καλός αγωγός της θερμότητας και του ηλεκτρισμού
  2. (μεταφορικά) ευκρινής, καθαρός τόνος φωνής


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]