μέταλλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μέταλλο μέταλλα
γενική μετάλλου μετάλλων
αιτιατική μέταλλο μέταλλα
κλητική μέταλλο μέταλλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μέταλλο < αρχαία ελληνική μέταλλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μέταλλο ουδέτερο

  1. χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι καλός αγωγός της θερμότητας και του ηλεκτρισμού
  2. (μεταφορικά) ευκρινής, καθαρός τόνος φωνής


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]