μετάλλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: μεταλλείο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μετάλλιο τα μετάλλια
      γενική του μετάλλιου
μεταλλίου
των μετάλλιων
μεταλλίων
    αιτιατική το μετάλλιο τα μετάλλια
     κλητική μετάλλιο μετάλλια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετάλλιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική medaglia < λατινική medialia, ουδέτερο του medialis, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού < medius < πρωτοϊταλική *meðios < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *médʰyos ‎(μέσος) < *me-dʰi- ‎(με, ανάμεσα) < *me (με παρετυμολογική επίδραση από τη λέξη μέταλλο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετάλλιο ουδέτερο

  1. αναμνηστική μικρή πλάκα (συνήθως κυκλικού σχήματος) που απονέμεται επίσημα σε κάποιον που θέλουμε να τιμήσουμε
  2. αναμνηστική μικρή πλάκα (συνήθως κυκλικού σχήματος) που εκδίδεται και κυκλοφορεί σε κάποια επέτειο σημαντικού (ιστορικού ή άλλου) γεγονότος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]