moeda

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
moeda moedas

moeda (pt) θηλυκό

  1. το νόμισμα
  2. (στον πληθυντικό) τα ψιλά