χαρτονόμισμα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xaɾ.toˈno.mi.zma/

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χαρτονόμισμα ουδέτερο
- χάρτινο νόμισμα που εκδίδεται από την κεντρική τράπεζα μιας χώρας ή ένωσης χωρών και έχει συγκεκριμένες διαστάσεις, παραστάσεις, κείμενο και χαρακτηριστικά που δεν επιτρέπουν την αντιγραφή του
- ※ Την ίδια ημερομηνία ο νέος τραπεζικός εκδοτικός οργανισμός, η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργοποιήθηκε και η υποχρέωση με την οποία έχει επιφορτιστεί, σύμφωνα με το καταστατικό του, να ανταλλάξει τα χαρτονομίσματά του με ξένο συνάλλαγμα σε χρυσό, άρχισε να ... (Βίκα Δ. Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας στην Ελλάδα, 1920-1930, εκδ. Επικαιρότητα, 1984, σελ. 326)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χαρτονόμισμα, σελ.1104, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)