τραπεζογραμμάτιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τραπεζογραμμάτιο τραπεζογραμμάτια
γενική τραπεζογραμματίου τραπεζογραμματίων
αιτιατική τραπεζογραμμάτιο τραπεζογραμμάτια
κλητική τραπεζογραμμάτιο τραπεζογραμμάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τραπεζογραμμάτιο < τράπεζα + γραμμάτιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τραπεζογραμμάτιο ουδέτερο

  • γραμμάτιο που εκδίδει η κεντρική τράπεζα κάθε χώρας για να χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές, το οποίο έχει αντίκρυσμα ή κάλυμμα στα αποθεματικά τής τράπεζας σε πολύτιμους λίθους· με την αναγκαστική κυκλοφορία και τη μη μετατρεψιμότητα των τραπεζογραματίων σε χρυσό ή οτιδήποτε άλλο αντιπροσωπεύουν, εξομοιώνονται με χαρτονομίσματα
    η αναγκαστική κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων εν Ελλάδι ισχύει από το 1932 ως σήμερα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]