κάλυμμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάλυμμα καλύμματα
γενική καλύμματος καλυμμάτων
αιτιατική κάλυμμα καλύμματα
κλητική κάλυμμα καλύμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈka.li.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάλυμμα ουδέτερο

  1. καθετί που καλύπτει κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο
  2. (οικονομία) το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]