Μετάβαση στο περιεχόμενο

κάλυμμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κάλυμμα τα καλύμματα
      γενική του καλύμματος των καλυμμάτων
    αιτιατική το κάλυμμα τα καλύμματα
     κλητική κάλυμμα καλύμματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈka.li.ma/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάλυμμα ουδέτερο

  1. καθετί που καλύπτει κάτι άλλο όπως κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο
      Κατάρα σ' ὅ,τι κάλυμμακεφαλὴ φορέσῃ,
    ψηλὸ καπέλο ψάθινο, καστόρι, σκούφια, φέσι,
    κι' εἰς ὅ,τι τὰ ποδάρια μας κοσμεῖ καὶ περιβάλλει,
    παντοῦφλα, καραμάντουλο, τσαροῦχι καὶ στιβάλι.
    (Γεώργιος Σουρής (1853 - 1919), Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Γ')
  2. (οικονομία) το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή παλαιότερα σε χρυσό (πια παγκοσμίως υπάρχει κεφαλαιουχικά αμελητέος αριθμός ράβδων και σαφέστατα δεν παρέχουν κάλυμμα) που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ κάλυμμᾰ τὰ καλύμμᾰτ
      γενική τοῦ καλύμμᾰτος τῶν καλυμμᾰ́των
      δοτική τῷ καλύμμᾰτ τοῖς καλύμμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ κάλυμμᾰ τὰ καλύμμᾰτ
     κλητική ! κάλυμμᾰ καλύμμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καλύμμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  καλυμμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κάλυμμα < καλύπτω + -μα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ká.lym.ma/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /ˈka.lym.ma/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: κάλυμμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κάλυμμα ουδέτερο

Αλλόγλωσσα παράγωγα

[επεξεργασία]