εγγύηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγγύηση εγγυήσεις
γενική εγγύησης
& εγγυήσεως
εγγυήσεων
αιτιατική εγγύηση εγγυήσεις
κλητική εγγύηση εγγυήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγγύηση < αρχαία ελληνική ἐγγύησις < ἐγγύη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εŋ.ˈɟi.i.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγγύηση θηλυκό

  1. υλική, ηθική ή άλλη εξασφάλιση για την τήρηση των συμφωνηθέντων
  2. γραπτή απόδειξη καλής λειτουργίας ή ποιότητας ενός πωλουμένου αγαθού
  3. διαβεβαίωση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]