bond

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bond (fr)

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bond (en)

  1. δεσμός
    the bond of friendship
    • (στον πληθυντικό) τα δεσμά
      the bonds of matrimony
      iron bonds
  2. (χημεία) χημικός δεσμός
  3. (οικονομία) ομολογία, ομόλογο, ομολογιακό δάνειο
  4. χρήματα που καταβάλλονται ως μέρος της εγγύησης (bail) προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος ένας κρατούμενος και κατόπιν δεν επιστρέφονται