ομολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ομολογία οι ομολογίες
      γενική της ομολογίας των ομολογιών
    αιτιατική την ομολογία τις ομολογίες
     κλητική ομολογία ομολογίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομολογία < αρχαία ελληνική ὁμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομολογία θηλυκό

  1. η αναγνώριση της πατρότητας μιας (άδικης) πράξης, η παραδοχή της ενοχής από αυτόν που διέπραξε κάτι το παράνομο ή το ανήθικο
    η ομολογία του κατηγορουμένου για το αποτρόπαιο έγκλημα συντάραξε την κοινή γνώμη
  2. η δημόσια διακήρυξη της χριστιανικής πίστης
  3. χριστιανικό δόγμα ή εκκλησία
    Σήμερα γίνονται πολλοί Διάλογοι της Εκκλησίας μας με άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, με άλλες Ομολογίες και άλλες Θρησκείες (Ιερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, "Οι τέσσερις στόχοι της ιεραρχίας", άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 15 Νοεμβρίου 1998)
  4. (οικονομία) τίτλος με τον οποίο αναγνωρίζεται στον κάτοχό του το δικαίωμα στην αποπληρωμή τμήματος ενός δανείου, ομόλογο
    Πρόταση για την απόκτηση μέρους ή του συνόλου καλυμμένων ομολογιών που είχε εκδώσει στο παρελθόν υπέβαλε η Εθνική Τράπεζα, με στόχο την ενίσχυση της κεφαλαιακής της βάσης (από άρθρο της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4 Ιανουαρίου 2012)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]