ομολογητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομολογητής ομολογητές
γενική ομολογητή ομολογητών
αιτιατική ομολογητή ομολογητές
κλητική ομολογητή ομολογητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομολογητής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομολογητής αρσενικό

  1. αυτός που παρά τα μαρτύρια στα οποία υποβλήθηκε παρέμεινε σταθερός στην ομολογία της χριστιανικής του πίστης
    Ο Μάξιμος ο Ομολογητής εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα Κώνστα τον Β΄ γιατί εναντιώθηκε στον Μονοθελητισμό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]