μαρτύριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαρτύριο τα μαρτύρια
      γενική του μαρτυρίου των μαρτυρίων
    αιτιατική το μαρτύριο τα μαρτύρια
     κλητική μαρτύριο μαρτύρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαρτύριο < μαρτύριον στην καθαρεύουσα < μαρτύριον στην ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική μαρτύριον και μαρτυρία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαρτύριο ουδέτερο

  1. βασανισμός (κυρίως στον πληθυντικό)
    Τα μαρτύρια που τους έκαναν στην ΕΑΤ-ΕΣΑ ήταν αδιανόητα
  2. αυτό που υφίστανται όσοι βασανίζονται για την θρησκεία τους
  3. (εκκλησ.) το μαρτυρολόγιο ενός ανθρώπου που άγιασε μετά από μαρτύριο
  4. μεγάλη ταλαιπωρία στην καθημερινοτητα
    Το μαρτύριο της μετακίνησης στην Αθήνα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ο σταυρός του μαρτυρίου : για το σταυρό του Χριστού αλλά και για τα πολλά βάσανα που μπορεί να έχει ένας κοινός άνθρωπος
  • το μαρτύριο του Ταντάλου: για μεγάλες στερήσεις και ταλαιπωρίες

Μεταφράσεις[επεξεργασία]