εκκλησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκκλησία εκκλησίες
γενική εκκλησίας εκκλησιών
αιτιατική εκκλησία εκκλησίες
κλητική εκκλησία εκκλησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκλησία < αρχαία ελληνική ἐκκλησία < ἔκκλητος < ἐκ + καλέω / καλῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.kli.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκκλησία θηλυκό

  1. (αρχαία ιστορία) συνέλευση
  2. το σύνολο των Χριστιανών μιας περιοχής
    η επιστολή του Παύλου προς την Εκκλησία της Κορίνθου
  3. το σύνολο των Χριστιανών που ακολουθούν ένα δόγμα
    η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
  4. η εκκλησιαστική ιεραρχία
    αντιδράσεις της Εκκλησίας για το νέο νομοσχέδιο
  5. ο ναός
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : εκκλησιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]