Μετάβαση στο περιεχόμενο

ναός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ναός οι ναοί
      γενική του ναού των ναών
    αιτιατική τον ναό τους ναούς
     κλητική ναέ ναοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ναός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /naˈos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ναός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
Χριστιανικός ναός
Ο Παρθενώνας, ναός αφιερωμένος στην Αθηνά
Ο ινδουιστικός ναός Μαχάσου Ντέβτα στην Ινδία

ναός αρσενικό

  1. (αρχαιολογία, αρχιτεκτονική, θρησκεία) κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία
      Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
  2. (μεταφορικά) ο χώρος ο οποίος θεωρείται σύμβολο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δραστηριότητας
    παράδειγμα  ναός της Θέμιδας (η έκφραση αναφέρεται σε δικαστήριο)
  3. (μεταφορικά) ο χώρος όπου ασκείται ένα υψηλό λειτούργημα
    παράδειγμα  ναός της τέχνης (η έκφραση χρησιμοποιείται από ανθρώπους της τέχνης που πιστεύουν ότι επιτελούν υψηλό λειτούργημα)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ναός οἱ ναοί
      γενική τοῦ ναοῦ τῶν ναῶν
      δοτική τῷ να τοῖς ναοῖς
    αιτιατική τὸν ναόν τοὺς ναούς
     κλητική ! ναέ ναοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ναώ
γεν-δοτ τοῖν  ναοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ναός < θέμα, όπως και στο ναίω λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ναός αρσενικό

  1. ο ναός
  2. το ιερό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]