λατρεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λατρεία οι λατρείες
      γενική της λατρείας των λατρειών
    αιτιατική τη λατρεία τις λατρείες
     κλητική λατρεία λατρείες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λατρεία < αρχαία ελληνική λατρεία < λατρεύω + -εία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.ˈtɾi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λατρεία θηλυκό

  1. το σύνολο των θρησκευτικών πρακτικών που συνδέονται με την απόδοση τιμής προς μια θεότητα
  2. η πολύ μεγάλη αγάπη
  3. το πρόσωπο που λατρεύουμε
    είσαι η αγάπη μου, είσαι η λατρεία μου, είσαι το φως μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]