Μετάβαση στο περιεχόμενο

λατρεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λατρεία οι λατρείες
      γενική της λατρείας των λατρειών
    αιτιατική τη λατρεία τις λατρείες
     κλητική λατρεία λατρείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λατρεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λατρεία (υπηρεσία στο θεό)[1] < λατρεύω + -εία. Δείτε και το συνθετικό -λάτρ(ης) + -ία > -λατρία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /laˈtɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λατρεία
ομόηχο: -λατρία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λατρεία θηλυκό

  1. το σύνολο των θρησκευτικών πρακτικών που συνδέονται με την απόδοση τιμής προς μια θεότητα
      Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
  2. η πολύ μεγάλη αγάπη
  3. το πρόσωπο που λατρεύουμε
    παράδειγμα  είσαι η αγάπη μου, είσαι η λατρεία μου, είσαι το φως μου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]