λάτρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : -λάτρης, λάτρις

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάτρης λάτρεις
γενική λάτρη λάτρεων
αιτιατική λάτρη λάτρεις
κλητική λάτρη λάτρεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάτρης < αρχαία ελληνική λάτρις < λάτρον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₁y (παρέχω, κατέχω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάτρης αρσενικό (θηλυκό : λάτρις και λάτρισσα)

  1. αυτός που συμμετέχει σε μια λατρεία
    οι λάτρεις του Διονύσου
  2. αυτός που αγαπά βαθιά κάτι
    ο φίλος μας είναι λάτρης της συμφωνικής μουσικής

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το ουσιαστικό λάτρης, στον πληθυντικό αριθμό του ακολουθεί λόγια κλίση όπως ο μάντης και δεν κλίνεται όπως το ουσ. ναύτης. Όμως όλα τα σύνθετα ουσιαστικά τα οποία έχουν ως 2ο συνθετικό τους το ουσιαστικό λάτρης κλίνονται κατά το ναύτη σε όλες τις πτώσεις τους, π. χ. φυσιολάτρες - φυσιολατρών.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]