τέμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέμενος τεμένη
γενική τεμένους τεμενών
αιτιατική τέμενος τεμένη
κλητική τέμενος τεμένη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμενος < αρχαία ελληνική τέμενος < τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέμενος ουδέτερο

  1. ιερός χώρος, γη ή κτίσμα που έχει αφιερωθεί σε θρησκευτική λατρεία
    • (ειδικότερα, για το ισλάμ) χώρος προσευχής, τζαμί


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τέμενος < τέμνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τέμενος ουδέτερο

  1. χώρος ή μέρος κτίσματος που έχει δοθεί για ιδιαίτερη χρήση, ειδικότερα σε άρχοντες, βασιλείς κλπ.
  2. ναός