ηγεμόνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηγεμόνας ηγεμόνες
γενική ηγεμόνα ηγεμόνων
αιτιατική ηγεμόνα ηγεμόνες
κλητική ηγεμόνα ηγεμόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηγεμόνας < αρχαία ελληνική ἡγεμών

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ʝɛ.ˈmɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηγεμόνας αρσενικό, ηγεμονίδα θηλυκό

  1. αυτός που κυβερνάει με απολυταρχικό τρόπο ένα ανεξάρτητο ή ημιαυτόνομο κράτος
  2. ο επικεφαλής μιας ηγεμονίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]