κυβερνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυβερνώ < αρχαία ελληνική κυβερνάω / κυβερνῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷerb- (στρέφω) ή προελληνική ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gouverner < λατινικά guberno < αρχαία ελληνική κυβερνῶ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κυβερνώ (παθητική φωνή: κυβερνιέμαι & κυβερνώμαι)

  1. έχω την εκτελεστική εξουσία σε μια κρατική οντότητα, τη διοικώ
  2. είμαι υπεύθυνος κι έχω τον έλεγχο ενός πλεούμενου
  3. (μεταφορικά) κατευθύνω, εξουσιάζω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]