Μετάβαση στο περιεχόμενο

sovereign

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsɒv.ɹɪn/

Επίθετο

[επεξεργασία]

sovereign (en)

  1. κυρίαρχος (ανεξάρτητος)
    παράδειγμα  a sovereign nation - κυρίαρχο έθνος
  2. κυριαρχικός, ηγεμονικός
    παράδειγμα  Greece will defend its sovereign rights
    Η Ελλάδα θα υπερσπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sovereign (en)

  1. ο ηγεμόνας
  2. (νόμισμα) σόβερεϊν, η χρυσή λίρα της Αγγλίας
     δείτε  Sovereign (British coin) στην αγγλική Βικιπαίδεια Λήμμα στην αγγλική Βικιπαίδεια