sovereign
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]sovereign (en)
- κυρίαρχος (ανεξάρτητος)
a sovereign nation - κυρίαρχο έθνος
- κυριαρχικός, ηγεμονικός
Greece will defend its sovereign rights
- Η Ελλάδα θα υπερσπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]sovereign (en)
- ο ηγεμόνας
- (νόμισμα) σόβερεϊν, η χρυσή λίρα της Αγγλίας
- → δείτε
Sovereign (British coin) στην αγγλική Βικιπαίδεια

- → δείτε
Sovereign (British coin) στην αγγλική Βικιπαίδεια
Πηγές
[επεξεργασία]- sovereign - Oxford Learner's Dictionaries
- sovereign - Cambridge Dictionary online
- sovereign - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)