ηγεμονία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηγεμονία ηγεμονίες
γενική ηγεμονίας ηγεμονιών
αιτιατική ηγεμονία ηγεμονίες
κλητική ηγεμονία ηγεμονίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηγεμονία < αρχαία ελληνική ἡγεμονία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ʝɛ.mɔ.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ηγεμονία θηλυκό

  1. το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κυριαρχία, παντοδυναμία
    η οικονομική κρίση οδήγησε στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας των νεοφιλελεύθερων ιδεών
  2. το κράτος ή η περιοχή που διοικείται από έναν ηγεμόνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]