αρχαίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αρχαίος αρχαία αρχαίο
γενική αρχαίου αρχαίας αρχαίου
αιτιατική αρχαίο αρχαία αρχαίο
κλητική αρχαίε αρχαία αρχαίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρχαίοι αρχαίες αρχαία
γενική αρχαίων αρχαίων αρχαίων
αιτιατική αρχαίους αρχαίες αρχαία
κλητική αρχαίοι αρχαίες αρχαία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρχαίος < αρχαία ελληνική ἀρχαῖος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αρχαίος -α -ο

  1. που σχετίζεται με το μακρινό παρελθόν
    αρχαίος μύθος
  2. (ειδικότερα)
    • που σχετίζεται με τους λαούς και τους πολιτισμούς της αρχαιότητας, της περιόδου δηλαδή που προηγείται του Μεσαίωνα
    • (για την ελληνική γλώσσα) που χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο από την πρώτη εμφάνιση των Ελλήνων μέχρι τα χρόνια της Αλεξανδρινής Κοινής (περίπου 2.000 π.Χ.-300 π.Χ.)
  3. (μεταφορικά) πολύ παλιός, τεχνολογικά ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
    είχε στο πατάρι και μια αρχαία γραφομηχανή του παππού του

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αρχαίος αρσενικό

  • (πληθυντικός αρχαίοι: οι άνθρωποι που έζησαν κατά την αρχαιότητα
μελετά τους αρχαίους

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀρχαῖος