παλιός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παλιός παλιά παλιό
γενική παλιού παλιάς παλιού
αιτιατική παλιό παλιά παλιό
κλητική παλιέ παλιά παλιό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παλιοί παλιές παλιά
γενική παλιών παλιών παλιών
αιτιατική παλιούς παλιές παλιά
κλητική παλιοί παλιές παλιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιός < μεσαιωνική ελληνική παλιός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παλιός, -ά, -ό

  1. που ανάγεται στο παρελθόν
    ένας παλιός μου φίλος παντρεύεται και θα πάω στο γάμο
    στις ταινίες εποχής βλέπουμε να κυκλοφορούν παλιά αυτοκίνητα
  2. (για αντικείμενα) που έχει κατασκευαστεί πριν από πολλά χρόνια και, συνήθως, έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου
    είχαν στο σπίτι ένα παλιό πιάνο
  3. που χρησιμοποιούνταν ή ίσχυε στο παρελθόν και τώρα έχει αντικατασταθεί ή χρησιμοποιείται παράλληλα με κάτι άλλο νεότερο προς το οποίο και αντιτίθεται
    πούλησε το παλιό του αυτοκίνητο σε έναν γνωστό
    χρησιμοποιεί για τις καθημερινές μετακινήσεις μέσα στην πόλη το παλιό αυτοκίνητο
    αντώνυμα: καινούριος

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • χρησιμοποιείται κυρίως για το πρόσφατο παρελθόν

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]