alt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

alt 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

alt (de)

  1. (για πράγματα) παλιός
    ein altes Auto - ένα παλιό αυτοκίνητο
  2. (για ανθρώπους) ηλικιωμένος
    ein alter Mann - ένας ηλικιωμένος άνδρας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

  1. neu
  2. jung

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

alt (ca)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

alt (ro)