Μετάβαση στο περιεχόμενο

old

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός old
συγκριτικός older / elder
υπερθετικός oldest / eldest

Επίθετο

[επεξεργασία]

old (en)

  1. μια καθορισμένη ηλικία
    παράδειγμα  How old is he?
    Τι ηλικία έχει;
    παράδειγμα  The Parthenon is 2,500 years old.
    Ο Παρθενώνας έχει ηλικία 2.500 χρόνων.
    παράδειγμα  How old are you?
    Πόσο χρονών είσαι;
    παράδειγμα  I am twelve/twenty years old.
    Είμαι δώδεκα/είκοσι χρονών.
    παράδειγμα  My brother is twenty months older.
    Ο αδελφός μου είναι είκοσι μήνες μεγαλύτερος.
  2. ο γέρος, η γριά, μεγάλης ηλικίας
    παράδειγμα  He doesn’t hear well; he is very old.
    Δεν ακούει καλά· είναι πολύ γέρος.
    παράδειγμα  Old people can’t easily understand young people./The old can’t easily understand the young.
    Οι γέροι δεν μπορούν να καταλάβουν εύκολα τους νέους.
    παράδειγμα  She dresses like an old woman.
    Ντύνεται σαν γριά.
    παράδειγμα  an old sailor - ένας γέρος ναυτικός
    παράδειγμα  an old beggar - μια γριά ζητιάνα
    παράδειγμα  What are you badgering an old man for!
    Τι τον παιδεύεις γέρο άνθρωπο!
    παράδειγμα  We are all getting older./We are all growing older.
    Όλοι γερνάμε.
    παράδειγμα  He died young, he didn’t get to grow old.
    Πέθανε νέος, δεν πρόλαβε να γεράσει.
    παράδειγμα  He has no intention of getting older.
    Αυτός δεν έχει σκοπό να γεράσει.
    παράδειγμα  Will you love me when I have grown old?
    Θα με αγαπάς όταν θα έχω γεράσει;
    παράδειγμα  He got married at an older age.
    Παντρεύεται σε μεγάλη ηλικία.
  3. παλιός, υπάρχει ή χρησιμοποιείται για μεγάλο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  old habits - παλιές συνήθειες
    παράδειγμα  I will gift you my old TV.
    Θα σου χαρίσω την παλιά μου τηλεόραση.
    παράδειγμα  My shoes/clothes are getting old.
    Πάλιωσαν τα παπούτσια/τα ρούχα μου.
    παράδειγμα  The older the wine gets, the better it becomes.
    Όσο παλιώνει το κρασί τόσο πιο καλό γίνεται.
  4. παλιός, που ανήκει σε περασμένη εποχή της ζωής μου
    παράδειγμα  an old friend/classmate - παλιός φίλος/συμμαθητής
    παράδειγμα  I am nostalgic for the good old days.
    Νοσταλγούσαν τα παλιά καλά χρόνια.
  5. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) παλιός, που έχει αντικατασταθεί από κάτι καινούριο
    παράδειγμα  an old edition - παλιά έκδοση
    παράδειγμα  That’s the old way of making it.
    Έτσι το φτιάχναμε παλιά.
    παράδειγμα  He threw out all the old furniture and bought new stuff.
    Πέταξε όλα τα παλιά έπιπλα και αγόρασε καινούρια.
  6. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) παλιός, που είναι γνωστός εδώ και πολύ καιρό
    παράδειγμα  good old friends - παλιοί καλοί φίλοι
  7. (μόνο πριν από το ουσιαστικό, ανεπίσημο) χρησιμοποιείται για να δείξει θερμά συναισθήματα ή έλλειψη σεβασμού
    παράδειγμα  Good old John!
    Ο καλός μας ο Γιάννης!
  8. μπουχτίζω, παλιώνω, που είναι βαρετό μετά από πολύ καιρό
    παράδειγμα  All pleasures get old after some time.
    Μπουχτίζει κανείς με τον καιρό όλες τις ηδονές.
    παράδειγμα  This food never gets old to me.
    Αυτό το φαγητό δεν το μπουχτίζω ποτέ.
    παράδειγμα  What you’re telling us is getting old, do you have anything new to say?
    Αυτά που μας λες πάλιωσαν, έχεις να μας πεις τίποτα νέο;

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]