old

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός old
συγκριτικός older / elder
υπερθετικός oldest / eldest

Επίθετο[επεξεργασία]

old (en)

  1. παλιός
    an old car
  2. μεγάλης ηλικίας
    an old man
  3. μιας καθορισμένης ηλικίας
    How old is he?
    Τι ηλικία έχει;
    The Parthenon is 2,500 years old.
    Ο Παρθενώνας έχει ηλικία 2.500 χρόνων.
    How old are you?
    Πόσο χρονών είσαι;
    I am twelve/twenty years old.
    Είμαι δώδεκα/είκοσι χρονών.
  4. παλιός, προηγούμενος
    I gave my old computer to my son.
  5. παλιός, ξεπερασμένος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]