γέρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: γερός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γέρος οι γέροι
      γενική του γέρου των γέρων
    αιτιατική τον γέρο τους γέρους
     κλητική γέρο
(γέρε)
γέροι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέρος < μεσαιωνική ελληνική γέρος < αρχαία ελληνική γέρων

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέρος αρσενικό

  1. πολύ μεγάλος σε ηλικία, ηλικιωμένος
    εκείνος ο γέρος πρέπει να 'ναι πάνω από 90 χρονών
    αντώνυμα: νέος, νεαρός
  2. (οικείο), (μειωτικό) ο πατέρας κάποιου
    πάω να ζητήσω χαρτζιλίκι από το γέρο μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]