γέροντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γέροντας οι γέροντες
      γενική του γέροντα των γερόντων
    αιτιατική τον γέροντα τους γέροντες
     κλητική γέροντα γέροντες
Και πληθυντικός, οι γερόντοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέροντας < μεσαιωνική ελληνική γέροντας < αιτιατική γέροντα του αρχαία ελληνική γέρων.[1] Δείτε και γέρος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝɛ.ɾɔn.das/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέροντας αρσενικό (θηλυκό γερόντισσα)

  1. ηλικιωμένος άντρας, γέρος (ως προσφώνηση δείχνει σεβασμό)
  2. ο μοναχός
  3. προεστός, δημογέροντας (και πληθυντικός οι γερόντοι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέροντας < αιτιατική ενικού γέροντα του αρχαία ελληνική γέρων. Δείτε και γέρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέροντας αρσενικό (θηλυκό γερόντισσα)

  1. γέρος, ηλικιωμένος
    ※  (κρητική λογοτεχνία) Βιτσέντζος Κορνάρος (1553‑1613/14). Ἐρωτόκριτος (1590‑1610)
    ήτονε δεκοκτώ χρονώ, μά 'χε γερόντου γνώση,
    οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση (@books.google, έκδοση 1860, A, 79-80)
  2. μοναχός
  3. δημογέροντας, προεστός
  4. μέλος συμβουλευτικού σώματος
  5. (ως επίθετο) → δείτεσυγκριτικός βαθμός: γεροντότερος

Κλιτικοί τύποι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]