γεροντικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γεροντικός < γέροντας
Επίθετο
[επεξεργασία]γεροντικός, -ή, -ό
- σχετικός με τα γερατειά ή τους γέροντες
- ※ Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφιλία των Ελλήνων ή Πόνος ψυχής, χρονογράφημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εστία» το 1950)