γέρων
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γέρων < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *géronts ('*γέροντς) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵérh₂onts (παλιός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵerh₂-. Συγγενή: σανσκριτική जरन्त (járanta), παλαιά αρμενική ծեր (cer)
- Ουσιαστικό και σε σε επιθετική λειτουργία
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ μεσαιωνικά ελληνικά: γέροντας ⇒ νέα ελληνικά: γέροντας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | γέρων | οἱ | γέροντες |
| γενική | τοῦ | γέροντος | τῶν | γερόντων |
| δοτική | τῷ | γέροντῐ | τοῖς | γέρουσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | γέροντᾰ | τοὺς | γέροντᾰς |
| κλητική ὦ! | γέρον | γέροντες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γέροντε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | γερόντοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
γέρων, -οντος αρσενικό
- γέροντας, ηλικιωμένος, γέρος
- ※ Μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν, μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν· οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. (Επίκουρος, 4ος-3ος αι. πκε, Επιστολή προς Μενοικέα)
- Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ούτε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κανένας δεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. (μετάφραση: Νίκος Σκουτερόπουλος )
- ※ Μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν, μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν· οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. (Επίκουρος, 4ος-3ος αι. πκε, Επιστολή προς Μενοικέα)
- (με πολιτική σημασία) αυτός που λόγω ηλικίας ανήκει σε κάποιο ανώτερο συμβουλευτικό σώμα (βλέπε γερουσία)
Επίθετο
[επεξεργασία]→ λείπει η κλίση γέρων, -ων, -ον
Συγγενικά
[επεξεργασία]με θέμα γερ- [1]
με θέμα γηρ-
με θέμα γρ-
Σύνθετα
[επεξεργασία]ως α’ συνθετικό
- γεροντο- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα γεροντο- στο Βικιλεξικό όπως ενδεικτικά:
- γερονταγωγέω
- γεροντοδιδάσκαλος
- γεροντοκομεῖον
ως β’ συνθετικό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ s.v. γέροντας (και θέματα από την ίδια ρίζα) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- γέρων - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γέρων - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵerh₂- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'γέρων' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γέρων' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γέρων' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)